Η πανδημία του κορονοϊού έφερε ταυτόχρονα στο φως και επιδείνωσε πολλά από τα πιο επίμονα προβλήματα του κόσμου. Ένα από αυτά είναι η ανεκπλήρωτη υπόσχεση, όπως κατοχυρώνεται στο διεθνές δίκαιο, για το δικαίωμα των προσφύγων και των μεταναστών/ριών στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο όχι μόνο της σωματικής υγείας - αλλά και της ψυχικής υγείας.

Η επίδραση της πανδημίας στην ψυχική υγεία

Τον Μάιο του 2020, η Υπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ τους Πρόσφυγες δήλωσε ότι η πανδημία «πυροδοτεί ήδη μια κρίση ψυχικής υγείας» μεταξύ προσφύγων και άλλων εκτοπισμένων.[1] Η Ύπατη Αρμοστεία δήλωσε ότι η πανδημία συμβάλλει στον φόβο των ανθρώπων σχετικά με τη μόλυνση, τα μέτρα απομόνωσης και καραντίνας, το στίγμα, τις διακρίσεις, την απώλεια μέσων επιβίωσης, καθώς και την αβεβαιότητα για το μέλλον. Ομοίως, ο Διεθνής Οργανισμός Μετανάστευσης επέστησε την προσοχή στις δυσανάλογες επιπτώσεις της πανδημίας στους εκτοπισμένους/ες, οι οποίοι καθίστανται ευάλωτοι από παράγοντες όπως οι εύθραυστες δομές κοινωνικής στήριξής, η μειωμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας και κοινωνικές υπηρεσίες, η επισφαλής στέγαση και ο κίνδυνος εκμετάλλευσης και κατάχρησης.[2]

Φυσικά, δεν είναι μόνο οι πρόσφυγες και οι μετανάστες/ριες των οποίων η ψυχική υγεία και η πρόσβαση σε σχετικές υπηρεσίες έχουν επηρεαστεί από την πανδημία. Τον Ιούνιο του 2020, ο Ειδικός Εισηγητής του ΟΗΕ για το δικαίωμα στην υγεία, Dainius Pūras, δήλωσε ότι η πανδημία έχει επιδεινώσει την «ιστορική παραμέληση της αξιοπρεπούς περίθαλψης για την ψυχική υγεία».[3] Παρατήρησε ότι αυτό συνέβη την ίδια στιγμή που μια τέτοια περίθαλψη είναι ακόμη πιο επείγουσα ανάγκη, με την κοινωνική αποστασιοποίηση, την οικονομική παρακμή, την ανεργία και την ενδοοικογενειακή και άλλη βία να προκαλούν άγχος και ψυχική δυσφορία.

Ανάγκες ψυχικής υγείας προσφύγων και μεταναστών/ριών

Τα προφίλ ψυχικής υγείας των προσφύγων και των μεταναστών/ριών μπορεί συχνά να είναι πολύ διαφορετικά από αυτά των πολιτών και των μόνιμων κατοίκων. Μερικοί άνθρωποι φτάνουν σε μια νέα χώρα αφού επέζησαν από τρομερές δοκιμασίες στη χώρα τους και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού τους προς την ασφάλεια. Αυτό μπορεί να έχει άμεσες και μερικές φορές διαρκείς επιπτώσεις τόσο στη σωματική όσο και στην ψυχική τους ευημερία. Επίσης, μετά την άφιξή τους, οι άνθρωποι υποφέρουν συχνά από τον ρατσισμό και άλλες μορφές διακρίσεων, την άρνηση βασικών υπηρεσιών, την ξενοφοβία, την εχθρότητα, τα γλωσσικά εμπόδια, την ανεργία και τη φτώχεια.

Παρόλο που η μετανάστευση μπορεί να είναι μια εξαιρετικά δύσκολη διαδικασία, αυτή η εμπειρία είναι συχνά υπερβολικά παθολογική, με αποτέλεσμα μια μόνιμη στάση προστασίας έναντι των προσφύγων, των αιτούντων/ουσών άσυλο και των μεταναστών/ριών. Οι άνθρωποι που υποφέρουν από ψυχική δυσφορία όταν αντιμετωπίζουν τον κίνδυνο και τις δυσκολίες στο μεταναστευτικό πλαίσιο παρουσιάζουν φυσιολογικές ανθρώπινες αντιδράσεις απέναντι στις εμπειρίες τους. «Βλέποντας αυτές τις αντιδράσεις», παρατήρησε ο Ειδικός Εισηγητής για το δικαίωμα στην υγεία, «εντός του ιατρικού πλαισίου του τραύματος, της διαταραχής ή της ασθένειας, παγιδεύουμε τα άτομα σε μια αφήγηση που περιορίζει τον πλούτο και την πιθανότητα της ανθρώπινης ιστορίας τους . Είναι επικίνδυνο επειδή αυτό το πλαίσιο μπορεί να οδηγήσει στον πατερναλισμό, υποτιμώντας και υπονομεύοντας την εγγενή δύναμη και την εκπροσώπηση των ατόμων ως ενεργών συμμετεχόντων στην ψυχική τους υγεία και εξουσιοδοτημένων κατόχων δικαιωμάτων, βλέποντάς τους ως παθητικούς αποδέκτες φροντίδας.»[4]

Τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με τις ψυχικές ανάγκες των προσφύγων και των μεταναστών/ριών σε σύγκριση με τους πολίτες παρουσιάζουν ανάμεικτη εικόνα. Διαφορετικές μελέτες έχουν δείξει μεγάλη διακύμανση στα ποσοστά ψυχικής ασθένειας μεταξύ προσφύγων και μεταναστών/ριών.[5] Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας (ΠΟΥ) ανέφερε ότι «δεν υπάρχει σαφής και συνεπής ένδειξη για υψηλότερα επίπεδα ψυχωτικών, ψυχικών διαταραχών ή διαταραχών άγχους σε πρόσφυγες και μετανάστες/ριες κατά την άφιξη σε σύγκριση με τους πληθυσμούς υποδοχής. Η μόνη διαταραχή για την οποία έχουν αναφερθεί ουσιαστικές και συνεπείς διαφορές είναι το μετατραυματικό στρες.”[6] Στην Ευρώπη, ο ΠΟΥ έχει εντοπίσει ένα υψηλό ποσοστό χρήσης αλκοόλ και ναρκωτικών, κατάθλιψη και άγχος μεταξύ των μεταναστευτικών πληθυσμών της περιοχής.[7] Αντίθετα, στον Καναδά, το ποσοστό των λεγόμενων ψυχικών διαταραχών για τους νεοεισερχόμενους είναι συχνά ελαφρώς χαμηλότερο από αυτό του γενικού πληθυσμού.[8] Για την κατάθλιψη, μελέτες διαπίστωσαν ότι ένα επίπεδο που κυμαίνεται από 5% έως 44% σε ομάδες προσφύγων και μεταναστών/ριών, σε σύγκριση με 8% έως 12% στο γενικό πληθυσμό.[9] Η κατάσταση σε περιβάλλοντα καταυλισμών είναι χειρότερη από ό, τι έξω. Για παράδειγμα, στις χρόνιες εγκαταστάσεις που δεν διαθέτουν πόρους στο ελληνικό νησί της Λέσβου, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα (ΓΧΣ) έχουν εντοπίσει «εξαιρετικά υψηλές ανάγκες για υποστήριξη ψυχικής υγείας στο νησί.”[10]

Ανεπαρκής προτεραιότητα και στήριξη στην ψηχική υγεία των ατόμων

Υπάρχουν πολύ λίγα δεδομένα σχετικά με την αποτελεσματική διαθεσιμότητα υπηρεσιών ψυχικής υγείας για άτομα που βρίσκονται σε κίνηση, το οποίο είναι το ίδιο πρόβλημα που απαιτεί αποκατάσταση. Αλλά από τις πληροφορίες είναι διαθέσιμες, είναι προφανές ότι αυτές οι υπηρεσίες είναι ανεπαρκείς. Το 2015, η κατά κεφαλήν κρατική χρηματοδότηση για όλες τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας κυμαινόταν από 0,10 δολάρια στην Αφρική και στη Νοτιοανατολική Ασία, έως 11,80 δολάρια στην Αμερική και 21,70 δολάρια στην Ευρώπη.[11] Την ίδια χρονιά, για τις χώρες χαμηλού και χαμηλού προς μεσαίου εισοδήματος, οι κατά κεφαλήν δαπάνες ψυχικής υγείας της κυβέρνησης ήταν 0,02 δολάρια και 1,05 δολάρια αντίστοιχα.[12] Επειδή η συντριπτική πλειοψηφία (85%) των προσφύγων του κόσμου ζει σε χώρες με χαμηλό ή μεσαίο εισόδημα,[13] Οι περισσότερες από τις ανάγκες ψυχικής υγείας αυτών των ανθρώπων είναι πιθανό να μην ικανοποιηθούν, δεδομένου του πόσο λίγα χρήματα δαπανώνται συνολικά για υπηρεσίες. Αυτό ενισχύεται περαιτέρω από τα ευρήματα της αξιολόγησης του προγράμματος δημόσιας υγείας τον Ιούνιο του 2020 που πραγματοποίησε η Ύπατη Αρμοστεία σε παγκόσμιο επίπεδο, όπου ο οργανισμός αναγνώρισε κενά στις ολοκληρωμένες υπηρεσίες ψυχικής υγείας για τους πρόσφυγες.[14] Όσον αφορά τους μετανάστες/ριες, το καθεστώς μετανάστευσης αποτελεί συχνά τη βάση για τον καθορισμό της πρόσβασης στην υγειονομική περίθαλψη και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναφέρει ότι πολλοί μετανάστες δεν έχουν τέτοια πρόσβαση.[15] Ένα άλλο σοβαρό πρόβλημα είναι το γεγονός ότι οι χώρες με υψηλό εισόδημα δεν υποστηρίζουν τα λιγότερο πλούσια κράτη στις προσπάθειές τους να υποστηρίξουν την ψυχική υγεία των ανθρώπων στην επικράτειά τους. Μεταξύ 2007 και 2013, μόνο το 1% του παγκόσμιου προϋπολογισμού για τη διεθνή υγειονομική βοήθεια αφιερώθηκε στην ψυχική υγεία.[16]

Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η υποχρηματοδότηση για υπηρεσίες ψυχικής υγείας είναι ένα κενό για όλους και όλες, και όχι μόνο για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες/ριες. Η παγκόσμια κοινότητα απέτυχε συλλογικά να εξασφαλίσει επαρκή επίπεδα χρηματοδότησης για υπηρεσίες ψυχικής υγείας. Το 2015, οι δαπάνες για την ψυχική υγεία των εθνικών κυβερνήσεων ήταν μικρότερες από το 2% του παγκόσμιου μέσου όρου των συνολικών δημόσιων δαπανών για την υγεία, ενώ οι παγκόσμιες μέσες δαπάνες για την ψυχική υγεία ανήλθαν μόνο στα 2,50 δολάρια κατά κεφαλήν.[17]

Πράγματι, ο Απόστολος Βεΐζης, Διευθυντής της Ιατρικής λειτουργικής μονάδας υποστήριξης των ΓΧΣ στην Ελλάδα, υπογραμμίζει τη σημασία μιας ολιστικής προσέγγισης της ψυχικής υγείας για τα άτομα που βρίσκονται σε κίνηση, διασφαλίζοντας ότι οι υπηρεσίες περιλαμβάνουν επίσης κοινότητες υποδοχής, καθώς και πολλοί τοπικοί πληθυσμοί δεν έχουν πρόσβαση σε τέτοιες υπηρεσίες.[18]

Πολιτικές και πρακτικές μετανάστευσης: επιδεινώνοντας μια ήδη δύσκολη κατάσταση

Δεν είναι μόνο ότι τα περισσότερα κράτη παραμελούν να παρέχουν επαρκείς υπηρεσίες ψυχικής υγείας σε άτομα στην επικράτειά τους, αλλά πολλές χώρες - ιδιαίτερα οι πιο πλούσιες και εκείνες που φιλοξενούν τους μικρότερους πληθυσμούς προσφύγων - εφαρμόζουν ενεργά πολιτικές μετανάστευσης που επιδεινώνουν τα δεινά των ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνηση.

Στην Ελλάδα, ο Απόστολος Βεΐζης, , Διευθυντής της Ιατρικής λειτουργικής μονάδας υποστήριξης των ΓΧΣ στην Ελλάδα, εξηγεί: «Με τις συνθήκες που επικρατούν στα ελληνικά νησιά, οι άνθρωποι που δεν ήταν προηγουμένως ευάλωτοι γίνονται ευάλωτοι και αυτοί που ήταν ήδη ευάλωτοι γίνονται ακόμη περισσότερο. Αυτή η κατάσταση καθιστά σαφές, για άλλη μια φορά, ότι οι μεταναστευτικές πολιτικές που δημιουργήθηκαν από τη συμφωνία ΕΕ-Τουρκίας του 2016 δημιουργούν περιττές δυσκολίες και θέτουν σε κίνδυνο πολλές ζωές.”[19]  Σύμφωνα με τους όρους αυτής της συμφωνίας, οι αιτούντες/ούσες άσυλο που φθάνουν στα ελληνικά νησιά πρέπει να επιστρέψουν στην Τουρκία, ενώ η Τουρκία συμφώνησε να σταματήσει τους ανθρώπους από το να εγκαταλείψουν την επικράτειά της για να πάνε στην Ευρώπη. Σε αντάλλαγμα, η ΕΕ έχει δώσει στην Τουρκία δισεκατομμύρια δολάρια στήριξης. Αλλά η μετεγκατάσταση ανθρώπων από τα ελληνικά νησιά στην υπόλοιπη Ευρώπη ήταν εξαιρετικά αργή, με αποτέλεσμα πολύ κακές και συγκλονιστικά υπερπλήρεις συνθήκες - πάνω από 600% στα μέσα του 2020.[20] Η ίδια η συμφωνία, σύμφωνα με τους ΓΧΣ, είχε άμεσο αντίκτυπο στην ψυχική ταλαιπωρία των προσφύγων που παγιδεύτηκαν στα ελληνικά νησιά, καθώς εκατοντάδες διαβουλεύσεις για τη Λέσβο και τη Σάμο έδειξαν «έντονη επιδείνωση της κατάστασης της ψυχικής υγείας των ανθρώπων αμέσως μετά την εφαρμογή της συμφωνίας.”[21]

Και στο σκόπιμα τιμωρητικό καθεστώς επεξεργασίας των αιτημάτων ασύλου της Αυστραλίας στο Nauru, οι ΓΧΣ ανέφεραν ότι η αγωνία μεταξύ του πληθυσμού προσφύγων είναι από τις πιο σοβαρές που έχει δει ποτέ ο οργανισμός.[22] Η έρευνα της Διεθνούς Αμνηστίας έθεσε παρόμοιες ανησυχίες, οδηγώντας τον οργανισμό να υποστηρίξει ότι η σκόπιμη και συστηματική σκληρότητα αυτού του καθεστώτος ισοδυναμεί με βασανιστήρια βάσει του διεθνούς δικαίου.[23]

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, η Διεθνής Αμνηστία κατέληξε σε παρόμοιο συμπέρασμα σχετικά με την πολιτική της κυβέρνησης να διαχωρίσει τα παιδιά μεταναστών/ριών από τους γονείς τους και να τα κρατήσει σε γεμάτες εγκαταστάσεις, δηλώνοντας ότι «αυτές οι πράξεις πληρούν τους ορισμούς των βασανιστηρίων τόσο από τις ΗΠΑ όσο και από το διεθνές δίκαιο.»[24]

Ωστόσο, είναι λιγότερο γνωστό ότι ακόμη και λιγότερο κακές μορφές κράτησης προκαλούν ψυχική δυσφορία, με τον αντίκτυπο στα παιδιά να είναι ιδιαίτερα σοβαρός. Ωστόσο, πάνω από 100 χώρες εξακολουθούν να κρατούν συστηματικά παιδιά για λόγους μετανάστευσης.[25]

Ψυχική υγεία και ανθρώπινα δικαιώματα

Αντί να ακολουθούν ενεργά τις βλαβερές μεταναστευτικές πολιτικές και να μην χρηματοδοτούν επαρκώς τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, τα κράτη θα πρέπει να στηρίξουν την ευημερία των προσφύγων και των μεταναστών/ριών σύμφωνα με τον νόμο και τα πρότυπα για τα ανθρώπινα δικαιώματα στα οποία δεσμεύονται.

Το διεθνές δίκαιο είναι ξεκάθαρο στο δικαίωμα των προσφύγων και των μεταναστών/ριών να απολαμβάνουν, χωρίς διακρίσεις, το υψηλότερο δυνατό επίπεδο ψυχικής και σωματικής υγείας. Αυτό το δικαίωμα κατοχυρώνεται στο Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα (ICESCR), ένα από τα πιο διαδεδομένα διεθνή σύμφωνα στον κόσμο.[26] Το Σύμφωνο αυτών συμπληρώνεται και από άλλες διεθνείς συμβάσεις, όπως η Σύμβαση για τα Δικαιώματα των Ατόμων με Αναπηρία, η Σύμβαση για την Εξάλειψη όλων των Μορφών Διακρίσεων κατά των Γυναικών και η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού.

Όπως με κάθε κοινωνικό ή οικονομικό δικαίωμα, ορισμένες πτυχές του δικαιώματος στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο ψυχικής υγείας υπόκεινται σε προοδευτική πραγματοποίηση, ανάλογα με τα μέσα μιας χώρας - αυτό περιλαμβάνει τόσο τους πόρους του κράτους όσο και τη διεθνή συνεργασία και βοήθεια. Ωστόσο, ορισμένες υποχρεώσεις ισχύουν άμεσα, για παράδειγμα η απαγόρευση των διακρίσεων, μεταξύ άλλων λόγω της εθνικής καταγωγής, του καθεστώτος γέννησης ή του νομικού καθεστώτος. Αυτό περιλαμβάνει άτομα με κατάσταση παράνομης ή μη τεκμηριωμένης μετανάστευσης.

Οι διεθνείς εμπειρογνώμονες έχουν ήδη αναπτύξει χρήσιμες οδηγίες για το πώς να εφαρμόσουν αυτό το δικαίωμα στην πράξη, τοποθετώντας τα ανθρώπινα δικαιώματα στο επίκεντρο των πολιτικών και στρατηγικών ψυχικής υγείας. Ο ειδικός εισηγητής του ΟΗΕ για το δικαίωμα στην υγεία επιβεβαίωσε ότι, προκειμένου τα κράτη να εκπληρώσουν το δικαίωμα στην υγεία των ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνηση, πρέπει να αναπτύξουν: μια εθνική στρατηγική ψυχικής υγείας που να περιλαμβάνει μετανάστες και πρόσφυγες, ένα συγκεκριμένο σχέδιο για τη δημιουργία ενός μηχανισμού συντονισμού που θα ασχολείται με την υγεία και την ευημερία των ανθρώπων που βρίσκονται σε κίνηση - ο οποίος θα περιλαμβάνει τους ίδιους τους ανθρώπους - και ένα πλάνο που δεν θα προσανατολίζεται προς την καταναγκαστική θεραπεία αλλά την ίση πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας.[27] Για τους πρόσφυγες που δεν έχουν φτάσει ακόμη σε ασφαλές μέρος αλλά εξακολουθούν να βρίσκονται σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, η Μόνιμη Διυπηρεσιακή Επιτροπή έχει αναπτύξει πρακτικές και λεπτομερείς οδηγίες.[28]

 Συμπεράσματα

Οι κυβερνήσεις του κόσμου απέτυχαν να δώσουν προτεραιότητα στην ψυχική ευημερία των ανθρώπων, παρά την αδιαμφισβήτητη σημασία της, και έχουν παραμελήσει να παρέχουν επαρκή χρηματοδότηση και υπηρεσίες για πρόσφυγες και μετανάστες/ριες. Επιπλέον, πολλές κυβερνήσεις εφαρμόζουν ενεργά πολιτικές μετανάστευσης που επιδεινώνουν τις σοβαρές υπάρχουσες προκλήσεις ψυχικής υγείας για τα άτομα που βρίσκονται σε κίνηση.

Τα κράτη πρέπει να εδραιώσουν τις πολιτικές και τις πρακτικές τους σύμφωνα με τους διεθνείς κανόνες για τα ανθρώπινα δικαιώματα που τους δεσμεύουν. Αυτό σημαίνει τουλάχιστον τρία πράγματα. Πρώτον, πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι πολιτικές τους για την υγεία ενσωματώνουν πλήρως τους πρόσφυγες και τους μετανάστες/ριες, διασφαλίζοντας το δικαίωμά τους στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο όχι μόνο της σωματικής αλλά και της ψυχικής υγείας. Δεύτερον, τα πλουσιότερα κράτη πρέπει να παρέχουν επαρκή υποστήριξη στα κράτη με χαμηλότερο πλούτο στις προσπάθειές τους να σέβονται, να προστατεύουν και να εκπληρώνουν το δικαίωμα στην υγεία των ατόμων, όπως και δικαιούνται, συμπεριλαμβανομένων των ατόμων που βρίσκονται σε κίνηση. Τρίτον, τα κράτη πρέπει να απέχουν από μεταναστευτικές πολιτικές και πρακτικές που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και προκαλούν ψυχική δυσφορία, όπως ο χωρισμός οικογενειών και η κράτηση παιδιών.

Η πανδημία του κορονοϊού είναι μια σοβαρή πρόκληση για όλη την ανθρωπότητα που απειλεί όχι μόνο τα προς το ζην αλλά και τις ίδιες τις ζωές μας. Ταυτόχρονα, μας παρέχει ως παγκόσμια κοινότητα επείγουσα ώθηση για να αναμορφώσουμε τις κοινωνίες μας προκειμένου να είμαστε πιο υγιείς και δίκαιοι για όλους και όλες χωρίς αποκλεισμούς.


ΠΗΓΗ